Εχθές ημέρα Πρωταπριλιάς!!!

Ξυλογραφία του Γεωργίου Σουρή από το περιοδικό Το Άστυ του 1888
 Γ. Σουρής (1853-1919)

Εχθές ημέρα Πρωταπριλιάς,
εσυλλογίσθη κι ο βασιλιάς
να παραιτήσει το τόσο γλέντι,
τους περιπάτους και το ραχάτι,
σπαθί να βάλει κι αυτός λεβέντη,
και στων εχθρών του να μπει το μάτι.

Εχθές ημέρα Πρωταπριλιάς,
κι ο δεύτερός μας ο βασιλιάς,
ο σιρ Τρικούπης με τα φωκόλα
εσκέφθη μία δουλειά χρυσή,
οι νέοι φόροι να βγουν απ' όλα,
κι απ' τον καπνό μας κι απ' το κρασί.

Εχθές που ήταν Πρωταπριλιά,
αποφασίσαν κι οι Τραπεζίτες,
να μη φτωχαίνουν τον κόσμο πλια,
και ούτε να 'χουν κρυφούς μεσίτες·
κι απ' τα καλά των και τους παράδες
να πάρουν μέρος κι οι φουκαράδες.

Εχθές που ήταν Πρωταπριλιά,
αποφασίσαν κι οι λωποδύτες
να πιάσουν άλλη καλή δουλειά,
κι έτσι να γίνουν χρηστοί πολίτες·
κι ο Κοσσονάκος να ησυχάζει,
και στο Δελτίο να μη τους βάζει.

Εχθές που ήταν Πρωταπριλιά,
κι η εταιρεία του Γκαζ ακόμη
εσυλλογίσθη πως πρέπει πλια
να πλημμυρίσουν με φως οι δρόμοι·
και όταν φέγγει λαμπρό φεγγάρι
να μην αφήνει σβηστό φανάρι.

Εχθές που ήταν Πρωταπριλιά,
εσκέφθη κι όλη η Ρωμιοσύνη
να φασκελώσει την τεμπελιά
και προκομμένη κι αυτή να γίνει·
να λείψει τόση κλεψιά και ψέμα
και τη σημαία να βάψει μ' αίμα.

Δημοσιεύτηκε στο πρώτο τεύχος του Ρωμηού, της έμμετρης εφημερίδας που έβγαζε ο Σουρής, στις 2 Απριλίου 1883 (αν και δεν υπάρχει ημερομηνία στην προμετωπίδα). Η κριτική στην «αδράνεια» του βασιλιά Γεωργίου Α', τα παράπονα για τους φόρους και οι αναφορές στο ευρωπαϊκό φέρσιμο του Τρικούπη θα είναι κοινός τόπος στις σελίδες του Ρωμηού. Κοσσονάκος ήταν ο αρχηγός της αστυνομίας.

Φεύγω!!!

"Πιτσιρικάς, για να βγάζω ένα χαρτζιλίκι, είχα ένα κόκκινο μάλλινο πανί στην τσέπη του μπλουτζίν μου και τριγυρνούσα στους πάγκους των εμπόρων γυαλίζοντας τα φρούτα τους για να 'χουν ωραία μόστρα. Μάλλον από κει 'μου έμεινε η συνήθεια με την μπαντάνα κι απ' το γεγονός ότι η μητέρα μου δεν μ' άφηνε ποτέ να φύγω απ' το σπίτι χωρίς μαντίλι".

"Ο ήχος που κυριαρχεί (σήμερα) είναι πολύ ελαφρύς. Αυτή η επανάληψη των ρεφρέν, αυτή η πιπίλα, είναι τόσο απονευρωτικά για το λαϊκό τραγούδι. Ενα κατασκεύασμα για να καταναλωθεί σε συγκεκριμένους χώρους".

"Τώρα ο λυγμός και το τραγουδιστικό μου ιδίωμα, προέρχεται μόνον από το στενό μου οικογενειακό κύκλο, γιατί δεν είχα πρότυπα τραγουδίσματος, παρά τη μάνα μου, τον πατέρα μου, το νονό μου και στις οικογενειακές συνάξεις, ονομαστικές γιορτές κλπ. τους άκουγα να τραγουδούν, έβλεπα τι μαγικό συνέβαινε σε όσους τους άκουγαν και νομίζω πως υποσυνείδητα βάλθηκα να το διαιωνίσω κι' εγώ αυτό και άρχισα να τραγουδάω με ότι φωνή διέθετα και με ότι εφόδια πήρα από αυτόν τον πολύ στενό οικογενειακό κύκλο".

"Να σου πω ...; ...; ...;να σου πω ...; ...;. Εγώ στις συναναστροφές μου, έχω πάρει ένα μπουζούκι, παίζουμε με τα φιλαράκια μου και ανακαλύπτω μια ομορφιά στην παραδοσιακή μουσική που μου ήταν άγνωστη. Ήταν σαν να είχα ανοίξει το σεντούκι της γιαγιάς και έβγαζες από μέσα πράγματα κι' έβγαζες κι' έβγαζες και τελειωμό δεν είχανε. Και βάλθηκα να το σπουδάσω αυτό το πράμα με μια ήδη δοσμένη γλώσσα, γιατί μου ήταν δοσμένη αυτή η γλώσσα. Ήτανε κτήμα μου. Ήτανε η μητρική μου γλώσσα. Προσπάθησα να εκφραστώ με την δοσμένη αυτή γλώσσα". 

"Εγώ στο τραγούδισμά μου, έχω χίλια δυο πράματα. Δεν είμαι ούτε δημοτικός τραγουδιστής, ούτε λαϊκός, ούτε ροκ. Τίποτα δεν είμαι. Αλλά έχω λίγο απ' όλα, τα οποία τα έχω χωνέψει σαν εκφραστικά εργαλεία και αυτό αποτελεί το δικό μου τραγουδιστικό ιδίωμα".

"Ε η γνώμη μου ...; ...;η τηλεόραση ως θέατρο σκιών που είναι, έχει ανάγκη από καραγκιόζηδες και βρήκε έναν τρόπο να τους αναπαράγει".

Ανοίξτε τα παράθυρα!!!

Ονειρεύομαι να φυσήξει άνεμος δυνατός, να πάρει μακριά όλα τα.. σκουπίδια της ζωής μου.

Ονειρεύομαι να βρέξει πολύ δυνατά, να ξεπλύνει τη.. βρώμα και από το πιο μικρό φυλλαράκι.

Ονειρεύομαι με κάποιο μαγικό τρόπο, ν'  άνοιγα τα μεγάλα παραθυρόφυλλα της χώρας και να γέμιζαν τα πολιτικά δωμάτια της, με φρέσκο καθαρό δροσερό αέρα.

Δεν αντέχω άλλο αυτή την κλεισούρα, τη βρώμα, τη μούχλα της πολιτικής και κοινωνικής μας ζωής.

Θέλω γύρω μου ανθρώπους χαμογελαστούς, με διάθεση προσφοράς και αλληλεγγύης.

Δεν αντέχω την απληστία, την ολοένα καταρρέουσα ηθική των ανθρώπων που καταστρέφει περιβάλλον, φιλίες, οικογενειακούς δεσμούς, κανόνες αξιοπρέπειας και ήθους στις επαγγελματικές επαφές.

Δεν αντέχω τους «junkie» πολιτικούς ασπάλακες, που με σαδιστική ψυχρότητα κάνουν «delete» στα αξιοπρεπή δεδομένα της ζωής μου, στο μέλλον των παιδιών μου.

Δεν αντέχω τους πολιτικούς εργολάβους, που εργάζονται για την αποκλειστική εξυπηρέτηση της άρχουσας τάξης της λαμογιάς. Το μαφιόζικο αλισβερίσι τους, με τους πρακτορίσκους δολοπλόκους των μαζικών μέσων αποβλάκωσης, έντυπων και τηλεοπτικών.

Δεν αντέχω, σε υπερθετικό βαθμό, όλα αυτά τα αριστερίζοντα γκρουπούσκουλα, τους μαλακοκουλτουριάρηδες ποιητές , συγγραφείς, πανεπιστημιακούς που μέσα στον απόλυτα ηλίθιο ναρκισσισμό τους, και την σαλιάρικη δουλοπρέπεια τους στο σύστημα να έχουν πουλήσει την ψυχή τους στον » άρχοντα του σκότους » για μια καλοπληρωμένη θεσούλα ή μια παχυλή επιδότηση.

Δεν αντέχω τις πολιτικές προδοτικές επιλογές, που ανοίγουν δρόμο στους εγχώριους μπουμπούκους να εξελιχθούν πολιτικά και τους έξωθεν τοκογλύφους να ρημάξουν την χώρα μου.

Δεν αντέχω την απάθεια, την δουλοπρέπεια, τον ωχαδερφισμό.

Δεν αντέχω αυτούς που λένε ΝΑΙ σε όλα.

Δεν αντέχω ανθρώπους σκοτεινούς σκυφτούς να φοβισμένους.

Βοηθήστε μωρέ ν' ανοίξουμε τα παράθυρα.. ν' ανασάνουμε επιτέλους καθαρό αέρα!

Έλεος! Δεν σας έπνιξε ακόμα η βρώμα;

 

Με τα παρακάτω λόγια, έκλεισε την απολογία του ο Νίκος Καζαντζάκης στην ανακριτική αρχή του Ηρακλείου.

Όλοι, όσοι πονούμεν τον άνθρωπον, έχομεν χρέος α) να μην ανεχώμεθα πλέον την αδικίαν και την ανηθικότητα της συγχρόνου κοινωνικής, πολιτικής και οικονομικής ζωής β) να διασώσωμεν και να τονίσωμεν το δικαίωμα, το οποίον έχει ο λαός να θέλη να βελτιώση την θέσιν του. Και όχι μόνον το δικαίωμα αλλά και την δύναμιν να υψώση το επίπεδον της όλης ζωής του.

Σκοπός μας είναι να δημιουργήσωμεν μίαν ανωτέραν ηθικήν, να φέρωμεν δικαιοσύνην εις τον κόσμον, να δώσωμεν βαθυτέραν έννοιαν εις την αρετήν, εις την τιμήν, εις την ανθρωπότητα.

Medusa

Πηγή

Κάθε λιμάνι και καημός!!!

Είν' η ζωή μια θάλασσα
κι εμείς καπεταναίοι
κι είναι στ' αλήθεια τυχεροί
όσοι πεθαίνουν νέοι

Κάθε λιμάνι και καημός
κάθε καημός και δάκρυ
κι είναι η ζωή του καθενός
θάλασσα δίχως άκρη

Πόσες φορές ναυάγησα
μες στα θολά νερά της
και χάθηκε η βάρκα μου
στη μαύρη αγκαλιά της
*****
Στίχοι: Πυθαγόρας
Μουσική: Γιώργος Κατσαρός
Ερμηνεία: Πάνος Γαβαλάς-Ρία Κούρτη
192995-Seal Rocks.jpg

Ο γερο-γαϊδαράκος!!!

Κλαίει ο γέρο-γαϊδαράκος 
με παράπονο πολύ
Γιατί άνθρωπο τον είπαν 
και είν' μεγάλη προσβολή

Στα βαθειά τα γηρατειά του
άνθρωπο να τον ειπούνε...
Πως τη λέν' τέτοια κουβέντα
δίχως να τον λυπηθούνε

Κλαίει ο γέρο-γαϊδαράκος
με παράπονο πολύ,
Λέει στ' αναφυλλητά του
με σπαραχτική φωνή,

«Άνθρωπος εγώ δεν είμαι
και μπορώ να τ' αποδείξω
Αντικλείδια εγώ δε φτιάχνω
Δεν μπορώ νε διαρρήξω

Τα παιδιά μου δεν τα δέρνω
δεν μισώ δεν κοροϊδεύω
Δεν μετέχω σε απάτες 
δεν σκοτώνω δεν ληστεύω

Εγώ δεν κάνω ατιμίες 
ούτε σαμποτάζ και φόνους
Στυγερές δολοφονίες
δεν πρόδιδω εγώ τους νόμους

Όλα αυτά να τα σκεφθήτε
γιατί λάθος έχει γίνει
Είμαι γνήσιο γαϊδούρι...
άνθρωπος δεν έχω γίνει!
*****
Κώστας Χατζής

Ο κόσμος που αλλάζει!!!

Μεγάλο δέντρο ο στεναγμός, μεγάλη κι η σκιά του
απλώνει ρίζες στην ψυχή, στο σώμα τα κλαδιά του
Μα όπως ανοίγει ένα πουλί φτερούγα στον αέρα
το δέντρο γίνεται γιορτή και φτερουγίζει η μέρα

Πόσες φορές να σου το πω, πόσες να στο μηνύσω?
Να σου το πω ψιθυριστά ή να στο τραγουδήσω?
Θα σου το πω ψιθυριστά, όπως μιλάει το βλέμμα
που κρύβει μες τη σιγαλιά του κόσμου όλο το αίμα

Αυτός ο κόσμος που αλλάζει
πως σου μοιάζει, πως σου μοιάζει
Αυτός ο κόσμος που αλλάζει 
με τρομάζει, με τρομάζει

Χαμένοι μοιάζουμε, λοιπόν, στο γύρο του θανάτου
στην παγωνιά του οριστικού, στον τρόμο του αοράτου
Μα οριστικά θα 'χεις χαθεί, μονάχα αν το διαλέξεις
όπως διαλέγει η μουσική τα λόγια και τις λέξεις

Αυτός ο κόσμος που αλλάζει
πως σου μοιάζει, πως σου μοιάζει
Αυτός ο κόσμος που αλλάζει 
με τρομάζει, με τρομάζει
*****
Στίχοι, μουσική & ερμηνεία: Αλκίνοος Ιωαννίδης
Οι περιπέτειες ενός προσκυνητή-2003
800px-Sunrise_Tharandt_Forstgarten_2005_01_05_P1.jpg

Δώδεκα παρά πέντε!!!

Αφιερωμένη στον Χρήστο Λεοντή η σημερινή εγγραφή, έναν από τους σημαντικότερους σύγχρονους μουσικοσυνθέτες. Συγκεκριμένα σε ένα δίσκο του 1971, με τίτλο "Δώδεκα παρά πέντε". Ένας δίσκος του οποίου τα τραγούδια ερμήνευσαν η Μαρινέλλα, η Βούλα Σαββίδη και ο Γιώργος Φωτόπουλος. Τους στίχους των τραγουδιών έχουν γράψει: Σώτια Τσώτου, Γιάννης Νεγρεπόντης, Τ. Μιχαηλίδης, Παν. Γλυκοφρύδης.

Τα τραγούδια λογοκρίθηκαν από τη χούντα και οι στίχοι αλλάχτηκαν πολλές φορές μέχρι την τελική τους μορφή.  Ο δίσκος εξαφανίστηκε από τα ράφια και δεν ανατυπώθηκε.  Το 1995 κυκλοφόρησε σε cd.

Τα τραγούδια του δίσκου είναι:
ΕΡΗΜΟ ΠΟΥΛΙ, Μαρινέλλα
Ο ΧΑΡΟΝΤΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΠΑΙΔΙ, Γιώργος Φωτόπουλος 
ΑΣΠΡΟ ΜΟΥ ΡΟΔΟ, Μαρινέλλα
ΧΤΕΣ ΤΟ ΒΡΑΔΥ, Βούλα Σαββίδη 
ΠΑΕΙ ΤΟ ΚΑΡΑΒΙ, Μαρινέλλα
ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ Ο ΘΑΝΑΤΟΣ, Γιώργος Φωτόπουλος  
ΕΝΑΝ ΚΑΙΡΟ, Μαρινέλλα 
Ο ΑΝΤΡΑΣ Ο ΜΟΝΟΣ, Βούλα Σαββίδη 
ΔΩΔΕΚΑ ΠΑΡΑ ΠΕΝΤΕ, Ορχήστρα
ΘΑ ΓΥΡΙΣΩ ΠΙΣΩ, Μαρινέλλα 
ΤΑΞΙΔΙ, Γιώργος Φωτόπουλος 
ΖΩΗ ΝΑ ΣΕ ΧΑΡΩ, Μαρινέλλα 
dodeka.jpg
Διάλεξα για να ακούσουμε ενδεικτικά:
"Ο άντρας ο μόνος" σε στίχους του Πάνου Γλυκοφρύδη, με την εκπληκτική για μένα φωνή της Βούλας Σαββίδη
Εκείνος ο δόλιος ο άντρας ο μόνος
ό,τι είχε κι αγάπησε 
το πήρε ο δρόμος
ό,τι είχε κι αγάπησε 
το πήρε ο δρόμος

Κουράστηκε ο χρόνος
οι ώρες σταθήκαν
στον ήλιο που πάγωσε
πουλιά σταυρωθήκαν

Εκείνος ο δόλιος ο άντρας ο μόνος
στου δρόμου την άκρη
πέτρωσε μόνος
στου δρόμου την άκρη
πέτρωσε μόνος
*****
"Το ταξίδι" σε στίχους της Σώτιας Τσώτου

Πρωί πρωί κινήσανε δροσάτα τα κορμιά

 και τ΄άλογα χορτάτα εκεί δεν αντικρίσανε

μον΄πέτρα κι ερημιά στενή μεγάλη στράτα


Κι όταν έπεσε η νύχτα άναψαν πικρή φωτιά

ρίχτα τα όνειρά μας, ρίχτα

να φωτίσουν τη νυχτιά


Αχ! ζωή πως έτσι μας γελούσες

αχ! ζωή, ατέλειωτη ζωή

τι όμορφη φαινόσουν το πρωί


Σε γάμο τους καλέσανε και πήραν τα βουνά

προτού η μέρα φτάσει

Χριστέ τους ξεγελάσανε δεν βρήκαν πουθενά

τραπέζι και γιορτάσι 


Κι όταν έπεσε η νύχτα άναψαν πικρή φωτιά

ρίχτα τα όνειρά μας, ρίχτα

να φωτίσουν τη νυχτιά


Αχ! ζωή πως έτσι μας γελούσες

αχ! ζωή, ατέλειωτη ζωή

τι όμορφη φαινόσουν το πρωί

*****

"Άσπρο μου ρόδο" σε στίχους του Τάκη Μιχαηλίδη

Ξεκίνησες πολλά πρωί
ήλιος προτού να φέξει  
άσπρο μου ρόδο

Ρόδο μου και τριαντάφυλλο
ποιος θα σε ταξιδέψει
άσπρο μου ρόδο
άσπρο μου ρόδο
άσπρο μου ρόδο

Φοράς τον ήλιο στα μαλλιά
την αστραπή στα μάτια 
πέτρα την πέτρα

Πέτρωσε η βάρκα στο γιαλό
και τα κουπιά κομμάτια
άσπρο μου ρόδο
άσπρο μου ρόδο
άσπρο μου ρόδο

Φωτιά να κάψει τον καημό
που πήρε και ψηλώνει  
άσπρην ημέρα

Άσπρο λουλούδι φύτρωσε
κι η νύχτα γαλαζώνει
άσπρη μου μέρα
άσπρο λουλούδι
άσπρο μου ρόδο

*****

Για το τέλος άφησα το ομώνυμο ορχηστρικό κομμάτι.

Ένα δικό μου μικρό σχόλιο.

Είναι κρίμα, καλλιτέχνες όπως ο Χρήστος Λεοντής, καθώς και άλλοι πολλοί, που διαθέτει αυτή η χώρα, να μην προβάλλονται έτσι ώστε οι νεώτερες γενιές να τους γνωρίσουν. Σε τέτοιες περιπτώσεις καλλιτεχνών δεν αρκεί ένα αφιέρωμα την ημέρα του θανάτου τους. Είναι πολύ λίγο.  Θα έπρεπε με σεβασμό, να υπάρχει σταθερή και συνεπής διάδοση του έργου τους. Το internet  και τα blogs είναι ένα σημαντικό εργαλείο στα χέρια μας. Ας το εκμεταλλευτούμε!!

"Σήμερα θεωρείται ντροπή να παλεύεις για ιδέες και αξίες όπως είναι η αξιοπρέπεια, η ελευθερία, η δικαιοσύνη και η αλληλεγγύη, χωρίς να περιμένεις υλικό αντάλλαγμα" 

Χρήστος Λεοντής

Ήταν πολύ απλό μα και πολύ Μεγάλο!!!

Όταν το Μέτωπο της Μακεδονίας έσπασε και η Μπότα των Ναζί κατέβαινε και μας πλάκωνε στο στήθος, η πρώτη μου σκέψη ήταν να φύγω με τα υποχωρούντα στρατεύματα για την Αίγυπτο για να συνεχίσω εκεί τον πόλεμο. Λογάριασα, όμως, χωρίς τα Στούκας, τα οποία δεν άφησαν ούτε καρυδότσουφλο στο Σαρωνικό κόλπο. Κι έτσι, ανάμεσα στις φλόγες και στις βόμβες των Στούκας, είδα να βυθίζονται οι ελπίδες μου για την Αίγυπτο, κι έμεινα.
Μπήκαν στην Αθήνα μας μια Κυριακή κι έστησαν αμέσως την πολεμική τους σημαία σ' έναν ψηλό κοντό, πάνω στα αθάνατα μάρμαρα της Ακρόπολης. Άπειρα μάτια ελληνικά εδάκρυσαν το πρωινό εκείνο, βλέποντας το σύμβολο των Ούννων να λερώνει το μοναδικό μνημείο του πολιτισμού και της λευτεριάς, τον Παρθενώνα.
Έτσι εδάκρυσαν και τα δικά μου. Μα... ύστερα τα βλέφαρά μου σφίχτηκαν κι άστραψαν από μια φλόγα που θα μπορούσε να λιώσει και ατσάλι ακόμη, κι ήταν αυτή, η φλόγα της συγκρατημένης λύσσας εναντίον τους.
Ήταν η φλόγα που μου έλεγε ότι κάτι πρέπει να τους κάνω. Κάτι μεγάλο, κάτι που να τους μαστιγώσει σε εκείνα τα αγέρωχα γουρουνίσια μούτρα τους, κάτι προσβλητικό, κάτι που να τους κάνει να κατεβάσουν εκείνα τα κρύα γαλανά, χωρίς οίκτο κτηνώδη μάτια τους. Κάτι συμβολικό που να τους χτυπήσει όλους μαζί σαν χώρα, σαν λαό, και προ παντός, σαν στρατό.
Την ίδια φλόγα είδα τότε στα μάτια πολλών φίλων μου, αλλά προ παντός τη διέκρινα και τη γνώρισα στα μάτια του Μανώλη του Γλέζου, του συμμαθητή μου. Κοιταχτήκαμε στα μάτια και χωρίς κουβέντες συνεννοηθήκαμε. Αρχίσαμε να σκεφτόμαστε τι θα κάνομε. Εν τω μεταξύ, οι Ναζίδες είχαν αρχίσει επιχειρήσεις εναντίον της Κρήτης. Πηγαίναμε στο Φάληρο μόνοι μας και μπρος στα αφρισμένα κύματα σκεφτόμαστε τι να τους κάνομε ακούγοντας από πάνω μας τη Λουφτβάφε να μεταφέρει αλεξιπτωτιστές για την Κρήτη.
Οι μέρες περνούσαν... Είχε περάσει ένας μήνας που κατέλαβαν την Αθήνα και η Κρήτη είχε λυγίσει. Πολεμούσαν ακόμη τα παλικάρια μας μαζί με τους Εγγλέζους σε μερικά σημεία.
Κι έξαφνα ένα δειλινό που ήμαστε στο Ζάππειο και ο ήλιος έγερνε λούζοντας τον ορίζοντα με εκείνα τα χρώματα που μόνο ο αττικός ουρανός έχει, τα μάτια μας γύρισαν στον βράχο της Ακροπόλεως. Μέσα στο υπέροχο φόντο της δύσης σταθήκαμε και κυττούσαμε. Και τότε... το βλέμμα μας έπεσε πάνω στη σημαία τους που υπερήφανα κυμάτιζε ψηλά-ψηλά και η βαριά σκιά της πλάκωνε καταθλιπτικά όλη την Αθήνα, όλη την αττική γη.
Να τι πρέπει να τους κάνομε! Ήρθε η σκέψη σαν σπίθα. Να τους την πάρομε. Να την γκρεμίσομε και να την ξεσχίσομε και να πλύνομε έτσι τη βρωμιά από τον Ιερό Βράχο. Την είχαν στήσει αυτήν την ίδια την πολεμική τους σημαία οι Ναζί θριαμβευτικά ως τότε στη Βαρσοβία, στη Βιέννη, στην Αμβέρσα, στη Νορβηγία, στο Παρίσι και στο Βελιγράδι και απειλούσαν να τη στήσουν σε όλο τον κόσμο τότε.

Μα εδώ είναι Ελλάδα. Είναι η μικρή χώρα που απ' αυτή ξεπετάχτηκε η φλόγα του Πολιτισμού. Είναι η χώρα που δίνει το παράδειγμα πάντα στις κρίσιμες στιγμές της Ιστορίας.
Ήταν πολύ απλό μα και πολύ Μεγάλο. 

Μια σημαία σήκωσε στις 25 Μαρτίου 1821 ο Παλαιών Πατρών Γερμανός, μια σημαία θα κατεβάζαμε και μεις στις 31 Μαϊου 1941. Συμβολικό το πρώτο, συμβολικό και το δεύτερο. Μια φούχτα άνθρωποι τότε απειλούσαν την Πανίσχυρη Τουρκική Αυτοκρατορία. Δυο παιδιά εμείς, θα προσβάλλαμε το φοβερό τότε Γ΄ Ράιχ. Και βάλαμε σ' ενέργεια αμέσως το σχέδιο.
Πήραμε απ' την Εθνική Βιβλιοθήκη τη Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια και διαβάσαμε στη λέξη Ακρόπολις. Εκεί είδαμε όλες τις σπηλιές ή τρύπες που έχει ο βράχος της Ακροπόλεως από την εποχή εκείνη και καταλάβαμε ότι μόνον από ένα σπήλαιο -που είναι στο εσωτερικό του βράχου της Ακροπόλεως και λέγεται Πανδρόσειον άντρον" και στο οποίο κατά τη Μυθολογία εκατοικούσε ο ιερός όφις της θεάς Αθηνάς και του πήγαιναν οι ιέρειες του ναού του Παρθενώνα και έτρωγε μηλόπιττες στις εορτές των Παναθηναίων- ότι μόνον απ' αυτήν την τρύπα, που έβγαινε σε ένα βάθρο δίπλα στο Ερεχθείο, θα μπορούσαμε να ανεβούμε στην Ακρόπολη χωρίς να μας δουν οι Γερμανοί φρουροί. Την άλλη μέρα κιόλας πήγαμε και ανεβήκαμε σαν επισκέπτες στην Ακρόπολη και είδαμε πού ακριβώς είναι αυτή η σπηλιά από την οποία θα ανεβαίναμε την νύκτα. Πέρασε κι αυτή η ημέρα και ήλθε η επομένη, η 30ή Μαϊου 1941. Είχαμε ακούσει το βράδυ από το ραδιόφωνο το Λονδίνο που μας είπε ότι η Κρήτη εγκατελείφθη πια.
Πρωί πρωί οι Ούννοι με τις εφημερίδες τους και με προκηρύξεις μας ανήγγειλαν γεμάτοι κομπασμό και υπερηφάνεια ότι κατέλαβαν και την τελευταία γωνιά της Ελλάδας, την ηρωική Κρήτη.
Δεν ξέρω τι ήταν εκείνο που ένιωθα, μα μου φαίνεται πως ήταν ένα παράπονο μαζί με δυνατό πυρετό. Περίμενα μ' αγωνία να βραδιάσει. Επιτέλους βράδιασε. Συναντηθήκαμε με τον Μανώλη και ξεκινήσαμε. Όπλα δεν είχαμε τότε. Είχα πάρει μαζί μου μόνον ένα φαναράκι ηλεκτρικό κι ένα μαχαιράκι. Φτάσαμε. Κάναμε μια βόλτα στα Προπύλαια μέχρι να φτάσει η ώρα 9:30 μ.μ. Τότε είδαμε τους Γερμαναράδες να είναι μαζεμένοι μέσα στο δωμάτιο της εισόδου και να πίνουν κρασί και μπίρες, έχοντας και μερικές κακές Ελληνίδες, απ' αυτές που πουλάν τον έρωτά τους στα Προπύλαια που είχαν το Φρουραρχείο. Ακούγαμε απόμακριά τα κτηνώδη χάχανά τους και τα τραγούδια τους και σφίγγαμε ακόμη περισσότερο τα δόντια μας. Όταν έφτασε η ώρα, κυτταχθήκαμε. Ίσως να μην ξαναβλέπαμε τον ήλιο ν' ανατέλλει. Είναι αλήθεια ότι νιώθαμε ένα δυνατό χτυποκάρδι μα αυτό δεν ακουγόταν παραέξω. Τα στήθη μας τα ελληνικά το πνίγανε. Είναι γλυκός ο θάνατος όταν πεθαίνεις για τα ιδανικά σου. Σ' αυτές τις στιγμές δεν έχεις παρά να θυμηθείς την Ιστορία. Να θυμηθείς τον Λεωνίδα στις Θερμοπύλες, να θυμηθείς τον Αθανάσιο Διάκο ή το Μεσολόγγι ή τον πόλεμο της Αλβανίας κι είσαι εντάξει. Σφίξαμε τα χέρια, πηδήξαμε τα σύρματα, μπήκαμε ανάμεσα στα δέντρα. Συρθήκαμε με την κοιλιά και φτάσαμε στη σπηλιά. Μπήκαμε μέσα ψηλαφητά κρατώντας και την αναπνοή μας ακόμη. Αρχίσαμε να σκαρφαλώνομε ως τα μαδέρια της σκαλωσιάς που είχαν φτιάξει οι αρχαιολόγοι για ανασκαφές.
Κάτω μας το βάραθρο άνοιγε το μαύρο του στόμα να μας καταπιεί στο πρώτο ξεγλίστρημα. 40 μέτρα κάτω κατέβαινε η σπηλιά και κατόπιν ανοιγότανε το χείλος ενός ξεροπήγαδου, άλλα καμιά δεκαριά μέτρα. Σιγά-σιγά σκαρφαλώσαμε και κάνοντας μια τελευταία έλξη βγήκαμε στο επάνω βάθρο. Ανεβήκαμε μερικά μαρμάρινα σκαλιά και σηκώσαμε τα κεφάλια μας να δούμε.
Ήταν ένα τέταρτο το φεγγάρι. 

Και καθώς το ασημένιο του φως έλουζε τα ιερά εκείνα μνημεία του άπαντου της Τέχνης και της Ομορφιάς, νιώσαμε μέσα μας ν' ατσαλώνομε. Είδαμε με τα μάτια της ψυχής μας τους αθάνατους προγόνους μας να στέκονται σιωπηλοί και μεγαλοπρεπείς μες στις χλαμύδες τους τριγύρω μας και να μας κυττάνε ερωτηματικά αν θα κάνομε το καθήκον μας ή όχι. Αν και δεν πολυπιστεύω στο μοιραίο, εν τούτοις εκείνες τις στιγμές νομίζω ότι το μοιραίο της φυλής μας έριξε τον κλήρο σε μας...
Προχωρήσαμε συρτά με την κοιλιά. Μας χώριζαν περίπου 50-60 μέτρα απ' τον κοντό που είχαν τη σημαία τους. Χωριστήκαμε και πηγαίναμε ανάμεσα στα μάρμαρα, πετώντας κάθε τόσο πέτρες μήπως ήταν κανένας Γερμανός σκοπός κρυμμένος. Όταν φτάσαμε κοντά στον κοντό είδαμε την ξύλινη σκοπιά τους. Πετάξαμε πάλι κάνα-δυο πέτρες κι όταν είδαμε ότι ήταν ησυχία σηκωθήκαμε όρθιοι και προχωρήσαμε θαρρετά. Φτάσαμε στον κοντό.
Ψηλά κυμάτιζε η σημαία τους. Λύσαμε το συρματόσχοινο και τραβήξαμε για να την κατεβάσομε. Μα την είχαν μπλέξει στην κάτω άκρη της με τα τρία συρματόσχοινα που στήριζαν τον κοντό. Κρεμόμαστε κι οι δυο για να την κατεβάσομε μα δεν κατέβαινε. Αρχίσαμε τότε με τη σειρά να σκαρφαλώνομε στον σιδερένιο κοντό για να την φτάσομε και να την κόψομε. Μα ήταν 20 μέτρα ο κοντός και λείος κι ήταν αδύνατο να την φτάσομε. Κουρασμένοι σταθήκαμε για λίγο κι απογοητευτήκαμε, σκεφτόμαστε τι να κάνομε.
Να φύγομε χωρίς την σημαία τους λάφυρο, δεν το σκεφτήκαμε ούτε μια στιγμή. Και μέσα στην ένταση της σκέψης μας, σκεφτήκαμε ότι πρέπει να σπάσομε τα τρία συρματόσχοινα για να μπορέσομε να την κατεβάσομε.
Αρχίσαμε τότε με τα χέρια μας, με τα δόντια μας, με ό,τι μπορούσαμε να προσπαθούμε να ξεκολλήσομε τα συρματόσχοινα απ' τους σκουρασμένους χαλκάδες με τους οποίους κρατιότανε στα γύρω μάρμαρα. Κραυγή ενθουσιασμού μου ξέφυγε όταν έσπασε το πρώτο. Κατόπιν έσπασε και το δεύτερο και μετά το τρίτο. Αμέσως ξεμπλέξαμε τα συρματόσχοινα και τότε το μισητό σύμβολο του φασισμού κατέβηκε. Ήταν μια τεράστια σημαία 4 μ. μήκος και 2 μ. πλάτος. Στη μέση είχε τον αγκυλωτό σταυρό και στην απάνω άκρη τον γοτθικό πολεμικό σταυρό του Κάιζερ.
Με λύσσα την κόψαμε απ' το συρματόσχοινο και την μαζέψαμε. Σχίσαμε από ένα κομμάτι απ' τον αγκυλωτό σταυρό. Την υπόλοιπη την κάναμε ρολό και την πήραμε. Είχαν περάσει τρεις ώρες περίπου απ' την ώρα που είχαμε ξεκινήσει. Το φεγγάρι είχε χαθεί και μαζί μ' αυτό και οι οπτασίες των προγόνων μας ευχαριστημένες. Ο αέρας μας δρόσιζε τα φλογισμένα πρόσωπά μας και μας έφερνε από μακριά τα χάχανα των Γερμαναράδων.
"Α! τώρα γελάστε και τραγουδείστε όσο θέλετε, αύριο το πρωί θα τα πούμε", σκέφτηκα.
Κατεβήκαμε απ' το ίδιο μέρος. Για να την πάρομε μαζί μας ήταν αδύνατο γιατί η ώρα της κυκλοφορίας είχε περάσει. Τότε αποφασίσαμε να την κρύψομε μέσα στην ίδια τη σπηλιά, κάτω στο ξεροπήγαδο. Κατεβήκαμε σιγά σιγά μέχρι κάτω, φτάσαμε στο χείλος του ξεροπήγαδου και την πετάξαμε όπως ήταν, τυλιγμένη σε μπόγο, μέσα. Ακούσαμε τον γδούπο της και ησυχάσαμε.
Ανεβήκαμε πάλι και φύγαμε σιγά σιγά, πηγαίνοντας σύρριζα στον τοίχο και προσέχοντας μην συναντήσομε καμιά γερμανική περίπολο. Όταν βρισκόμαστε στη μέση του δρόμου περίπου για το σπίτι μας, μας σταμάτησε ξαφνικά με το πιστόλι στο χέρι ένας Έλληνας αστυνομικός που φύλαγε σκοπός σ' ένα δημόσιο ταμείο.
Στην αρχή σκέφτηκα να του επιτεθώ με το μαχαίρι. Αλλά κατόπιν του μιλήσαμε ευγενικά και θαρρετά και του δώσαμε να καταλάβει ότι πρέπει να μας αφήσει να πάμε στα σπίτια μας χωρίς βέβαια να του πούμε τίποτε για το ζήτημα της σημαίας. Μας άφησε και φύγαμε. Φτάσαμε στα σπίτια μας, καθησυχάσαμε τους δικούς μας που μας περίμεναν γεμάτοι αγωνία μη ξέροντας πού είμαστε. Όλη τη νύχτα δεν κοιμήθηκα. Και το πρωί ήρθε ο Μανώλης και ανεβήκαμε στην ταράτσα του σπιτιού μου και κυττούσαμε την Ακρόπολη. Μέχρι τις 11 π.μ. της 31ης δεν υπήρχε σημαία στην Ακρόπολη, όπως έλεγαν τώρα τελευταία μετά την απελευθέρωση οι Έλληνες φύλακες της Ακροπόλεως. Η γερμανική φρουρά, η οποία απετελείτο από 20 περίπου άνδρες τα είχε χάσει. Πανικός στο γερμανικό στρατηγείο. Οι κούρσες πήγαιναν κι έρχονταν. Τι έγινε η πολεμική τους σημαία; Ποιος τόλμησε να την πειράξει; Κατά τις 11 η ώρα πήγαν και βάλαν μιαν άλλη στη θέση της πιο μικρή. Με τις απογευματινές εφημερίδες βροντοφωνήσανε οι Γερμανοί τις κυρώσεις τους. Επήραν τα δακτυλικά μας αποτυπώματα απ' το σιδερένιο κοντό και μας κατεδίκασαν ερήμην σε θάνατο (γιατί δεν μας ήξεραν). Επίσης όλους τους τυχόν συνενόχους μας. Μας επικήρυξαν και με χρηματικό ποσόν. Περιόρισαν τις ώρες κυκλοφορίας των πολιτών και απέλυσαν τον αρχηγό της Αστυνομίας και τους διοικητές των αστυνομικών τμημάτων της περιφερείας της Ακροπόλεως.
Επίσης, συνέλαβαν όλους τους Έλληνες φύλακες της Ακροπόλεως, τους οποίους όμως άφησαν ελευθέρους, αφού εξήτασαν τα αποτυπώματά τους και τους ανέκριναν, τη δε φρουρά τους την κατεδίκασαν εις θάνατον και την εξετέλεσαν. Μου φαίνεται πως βγήκαν λίγο ξινά τα γλέντια των Γερμαναράδων για τον θρίαμβο της Κρήτης... Αμέσως το νέο διαδόθηκε σαν αστραπή στην Αθήνα και στον Πειραιά και στα περίχωρα και κατόπιν σ' ολόκληρη την Ελλάδα. Το Λονδίνο και το Κάιρο την άλλη νύχτα έπλεξαν εγκώμια γι' αυτό.
Θα νιώσω άραγε άλλη φορά τα συναισθήματα που ένιωθα εκείνες τις ημέρες όταν άκουγα γύρω μου παντού τους Έλληνες με υπερηφάνεια και ειρωνεία για τους Γερμανούς να μιλούν για το γεγονός αυτό και να το χαρακτηρίζουν παίρνοντας κουράγιο για την αρχή του καινούργιου πολέμου της Αντίστασης. Έβλεπες παντού τον κόσμο να έχει αναθαρρήσει, να περπατάει με ψηλά το κεφάλι, ξέροντας καλά ότι το καζάνι άρχισε να βράζει πάλι...
Κι έτσι αρχίσαμε...

Έπειτα από 8 μήνες επεχείρησα να φύγω για την Αίγυπτο για να πάω στο στρατό να πολεμήσω πιο ενεργά μαζί με τον Μανώλη κι έναν άλλο φίλο μου. Μα, ύστερα από προδοσία, μας έπιασαν οι Γερμανοί. Μας κλείσανε στις φυλακές. Τότε σκέφτηκα ότι αν είχαν την εξυπνάδα να παραβάλουν τα δακτυλικά μας αποτυπώματα, όλα θα τελείωναν. Αλλά δεν την είχαν, ευτυχώς.
Καθίσαμε λίγο καιρό στις φυλακές, όπου περάσαμε του κόσμου τα μαρτύρια (ξύλο ανηλεές, σχεδόν καθημερινό ντους με κρύο νερό έξω στο κρύο κ.λπ.) αποτέλεσμα των οποίων ήταν, όταν βγήκαμε, τον Απρίλιο του 1942, ύστερα από μια αμνηστία που μας συμπεριέλαβε, να κάνει ο Μανώλης αιμοπτύσεις.
Μόλις βγήκα απ' τη φυλακή, οργανώθηκα για καλά (είχε φουντώσει εν τω μεταξύ το κίνημα της Αντίστασης) κι άρχισα να κάνω χίλιες δουλειές, από κόλλημα προκηρύξεων και γράψιμο στον τοίχο μέχρι μεταφορά όπλων και κρύψιμο, κ.λπ.
Το καλοκαίρι του 1943 ένας χαφιές των SS με γνώρισε και κουβάλησε αρκετούς από δαύτους να με πιάσουν. Τους ξέφυγα, πηδώντας από παράθυρο σε παράθυρο κι από ταράτσα σε ταράτσα και βγήκα στο Αντάρτικο. Κατατάχθηκα στον ΕΛΑΣ και τοποθετήθηκα στην περιοχή Στερεάς Ελλάδας.
Έλαβα μέρος σε αρκετές μάχες παρατάξεως με τους Ναζίδες και σε πολλές επικίνδυνες αποστολές και κανόνισα αρκετούς Γερμαναράδες, τραυματίσθηκα δε στο στήθος (αριστερό ημιθωράκιο) πάνω απ' την καρδιά από τυφλό τραύμα βλήματος. Αυτή είναι η ιστορία της συμβολής μου στην Αντίσταση του λαού μας, εν ολίγοις. Αλλά τι είναι αυτά μπροστά στις υπέροχες σελίδες που έχει γράψει ο ελληνικός λαός στα τέσσερα αυτά χρόνια της πιο σκληρής και ανελέητης σκλαβιάς που είδαμε ποτέ στην ιστορία μας; Κάθε πέτρα και κάθε αγκωνάρι, κάθε δρόμος και κάθε πεζοδρόμιο έχει γραμμένη απάνω μιαν ολόκληρη ιστορία ηρωισμού και θυσίας για τη λευτεριά, από γνωστούς και άγνωστους μάρτυρες, ήρωες, ατσάλινες ψυχές που ξεψυχάγανε προφέροντας το όνομα της Ελλάδας μας και φωνάζοντας "Θάνατος στο φασισμό!!!". Οι βουνοκορφές πάλι κι οι ράχες αχολογούν ακόμα απ' τις κλαγγές των όπλων κι απ' τα κλέφτικα τραγούδια των λεβεντόκορμων ανταρτών και κάθε στενό και κάθε ρέμα μυρίζει μπαρούτι ακόμη, απ' αυτό που έπεφτε καυτό απάνω στις γερμανικές φάλαγγες κάθε λεπτό και τους έκανε, αλαφιασμένοι να μην ξέρουν από πού να φυλαχτούν, νομίζοντας ότι κάθε πεύκο και κάθε έλατο ζωντανεύει κι είναι αντάρτης, εκδικητής!!!
Θα μπορούσα να λέω ολόκληρα μερόνυχτα, είναι τόσα πολλά.

από την wikipedia

Αποκαθήλωση_της_Ναζιστικής_Σημαίας_από_τον_Μανώλη_Γλέζο_και_τον_Απόστολο_Σάντα.jpg

Τα ματόκλαδά σου λάμπουν!!!

Τα ματόκλαδά σου λάμπουν βρε
σαν τα λούλουδα του κάμπου 
σαν τα λούλουδα του κάμπου βρε
τα ματόκλαδά σου λάμπουν

Τα ματάκια σου αδερφούλα βρε
μου ραγίζουν την καρδούλα
μου ραγίζουν την καρδούλα βρε
τα ματάκια σου αδερφούλα 

Τα ματόκλαδά σου γέρνεις βρε
νου και λογισμό μου παίρνεις
νου και λογισμό μου παίρνεις βρε
Τα ματόκλαδά σου γέρνεις βρε

Τα ματάκια σου να βγούνε βρε
σαν και μένα δε θα βρούνε
σαν και μένα δε θα βρούνε βρε
τα ματάκια σου να βγούνε

*****

Στίχοι & Μουσική: Μάρκος Βαμβακάρης

Ερμηνεία: Γρηγόρης Μπιθικώτσης

Δεν είναι όλες ίδιες οι καρδιές!!!

Φίλε δεν έχουμε την ίδια την καρδιά
Κι ας προδοθήκαμε παράφορα κι οι δύο
Εμένα φεύγοντας με πλήγωσε βαριά
Κι εσύ δε νιώθεις ούτε ζέστη ούτε κρύο

Δεν είναι φίλε όλες ίδιες οι καρδιές
Κι ας έχουν ίδιο τον παλμό όταν χτυπάνε
Άλλες ξεχνούν μόλις περάσουν δυο βραδιές
Κι άλλες αιώνια πονούν και αγαπάνε

Φίλε δεν έχουμε την ίδια την ψυχή
Κι ας είναι ίδια η πικρή μας ιστορία
Εγώ για κείνη θα πονώ κάθε στιγμή
Κι εσύ γυρεύεις να της βρεις μια τιμωρία

*****
Στίχοι: Πυθαγόρας
Μουσική: Κατσαρός Γιώργος
Ερμηνεία: Λευτέρης Μυτιληναίος